TWITTS

Μικρές κακίες- Ατακες & Ανέκδοτα – This WP site is the cat’s pajamas

Archive for the category “ΑΝΕΚΔΟΤΑ”

Αμα σου τη βαρέσει …

-Θα πάμε στο πάρτυ;
-Θέλω αλλά ο δικός μου ζηλεύει. Απειλεί πως αν πάω θα μου ρίξει μπουνιά.
-Καλά, εγώ θα πά κι άμα σου τη …βαρέσει έλα.!
Advertisements

Κόκορας σε ορνιθοτροφείο !

ΤΟ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙ
•••••••••••••••••••••••••
Δυο φίλοι συζητούν: – Ρε Θανάση, εσύ πιστεύεις στη μετενσάρκωση; – Τι είναι μετενσάρκωση; – Ε αυτό που λένε ότι άμα πεθάνεις, ξαναγυρίζεις στη γη με άλλη μορφή, σαν ζώο ας πούμε ή σαν φυτό και κάτι τέτοια … – Δεν το ξέρω το θέμα … – Τότε, θα κάνουμε μια συμφωνία. Όποιος πεθάνει πρώτος, θα προσπαθήσει να επικοινωνήσει με τον άλλο
και να του πει τι γίνεται εκεί πάνω,αν όλα αυτά είναι αλήθεια και αν ξαναγυρίζει κανείς εδώ κάτω με άλλη μορφή. – Εντάξει φίλε, έτσι θα γίνει! Μετά από χρόνια, πεθαίνει ο Θανάσης πρώτος και ο φίλος του περιμένει να δει αν θα είναι συνεπής στη συμφωνία τους κι αν θα επιδιώξει να επικοινωνήσει μαζί του. Μήνες μετά από τη κηδεία, όπως κοιμότανε στο κρεβάτι του ακούει κάποιον να τον φωνάζει με τρομερή φωνή… – Ναι; – Έλα φιλάρα, ο Θανάσης είμαι. Δεν επικοινώνησα μαζί σου τόσο καιρό γιατί είχα πάθει υπερκόπωση…. Ο άλλος ενθουσιάζεται που ακούει το φίλο του μετά από τόσο καιρό και αρχίζει να τον ρωτάει: – Πώς περνάς ρε Θανασάρα, τι γίνεται εκεί πάνω; – Ζωή και κότα φίλε μου… Ξυπνάω το πρωί, τρώω, μετά κάνω έρωτα, μετά ξανά τρώω, ξανακάνω έρωτα… Αυτό γίνεται από το πρωί μέχρι το βράδυ! Όλο φαγητό και έρωτα είναι η ζωή μου… Βρε Θανάση μου πολύ ωραία είναι η ζωή στον παράδεισο. – Ποιόν Παράδεισο ρε φίλε; Κόκορας σε ορνιθοτροφείο στα Μέγαρα είμαι!

Η κόλαση της Ελλάδας!

Ένας Έλληνας πεθαίνει και φτάνει στη ρεσεψιόν της Κόλασης και ο υπάλληλος του ανακοινώνει ότι επειδή είναι υπήκοος χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να διαλέξει μία από τις κολάσεις των χωρών-μελών.

Σκέφτεται λίγο και αποφασίζει να πάει στη Γερμανική. Οργανωμένη χώρα σου λέει, τόσα χρόνια στην Ελλάδα τι κατάλαβα, μου βγάλανε το λάδι. Τουλάχιστον, ας πάρω μυρωδιά του τι σημαίνει Ευρώπη, έστω και στην κόλαση.

Φτάνει λοιπόν μπροστά στην πύλη της γερμανικής κολάσεως.

Μαύρο μάρμαρο, καλογυαλισμένο, σιδερένια πύλη και ψηλά γράφει με μεγάλα γράμματα: ΚΟΛΑΣΗ στα γερμανικά.

Χτυπάει…. Του ανοίγει ένας άψογα ντυμένος υπάλληλος και τον ρωτά τι θέλει.

– Να δω, του απαντά εκείνος πώς είναι.

– Ούτε να το σκέφτεστε, του απαντά ο υπάλληλος! Όλη την ημέρα μας δέρνουνε με κάτι τεράστια μαστίγια και το βράδυ μας βάζουνε σε κάτι τεράστια βαρέλια γεμάτα σκατά!! Φρίκη! Φρίκη!

Όπου φύγει-φύγει ο Έλληνας……

Δοκιμάζει τις υπόλοιπες κολάσεις, τα ίδια.

Έτσι, απογοητευμένος, καταφεύγει στην έσχατη λύση, την ελληνική κόλαση! Φτάνει λοιπόν έξω από την πύλη.

Μία πύλη εγκαταλειμμένη, βρώμικη όπου στο ψηλότερο σημείο της υπάρχει με μεγάλα φωσφορίζοντα γράμματα η λέξη ΚΟΛΑΣΗ. Το Κ και το Λ φυσικά δεν ανάβουν.

Έτσι η επιγραφή γράφει «ΟΑΣΗ».

– Ελληνική ανοργανωσιά….μουρμουρίζει…..

Όσο πλησιάζει, ακούει κάτι περίεργους θορύβους…… Μοιάζουν με μουσική. Πλησιάζει περισσότερο. Η μουσική πλέον ακούγεται ολοκάθαρα. Μπουζούκια, μπαγλαμάδες κλπ.

Χτυπάει…

Του ανοίγει ένας τύπος κρατώντας μία μπουκάλα στο χέρι εντελώς φέσι και τον ρωτά τι θέλει.

– Ήρθα να δω πώς είναι, του λέει και βάζει το κεφάλι του μέσα…

Τραπέζια, κάπνα, κάτι γκόμενες χορεύουν πάνω στα τραπέζια τσιφτετέλια, νταούλια….. Γενικώς, μπάχαλο.

Τρελαίνεται ο τύπος….

– Τι γίνεται εδώ;! ρωτά.

– Aσε φίλε, χάλια του λέει ο μεθυσμένος. Η κατάσταση είναι δραματική εδώ πέρα. Μας δέρνουν όλη μέρα με κάτι τεράστια μαστίγια και το βράδυ μας βάζουν σε κάτι τεράστια βαρέλια με σκατά.

– Πλάκα μου κάνεις, ρωτά ο πεθαμένος. Εδώ πίνετε και γλεντάτε……

– Εεε, ξέρεις πώς είναι εδώ στην Ελλάδα . Τη μία δεν έχουμε σκατά, την άλλη χαλάνε τα μαστίγια……

δεν το διακινδυνεύω !

Εκεί…  στις διακοπές στην ιδιαιτερη της την πατρίδα  , η Πέθυ ,έπαθε εγκεφαλικό και  πέθανε!

Μια θειά όνομα και μη χωριό παίρνει  τηλέφωνο στην Αθήνα, τηνυφη της για τα τυπικά της κηδείας:

– Για να γίνει η κηδεία Αθήνα χρειάζονται τουλάχιστον 5000 ευρώ, ενώ εδώ μόνο 1000.

Το σκέφτεται λίγο η νύφη  και απαντά:

– Αθήνα!!

– Α, εσυ βιάζεσαι  πολύ. Θα μας κάνουμε καλύτερη τιμή! Αθήνα 5000 ευρώ, εδώ 800.

– Όχι, να την φέρετε εδώ.

– Αθήνα 5000, εδώ 600!!

– Όχι, όχι, εδώ!!!!

– Αθήνα 5000, εδώ 200!!!

– Μα δεν καταλαβαίνετε τι σας λέω;;; Αθήνα είπαμε!!

– Α, μα τόσο την αγαπούσες κοπέλα μου τη συγχωρέμενη! Κι αυτη που μόνιμα σε κατηγορουσε για…απάθεια!  Πρώτη φορά βλέπω τέτοια αγάπη, και τέτοια επιθυμία να έχει η νύφη την πεθερά  κοντά  της!

– Κοίταξε να δείς θειά! Πριν από χρόνια, ένας δικός σας κηδεύτηκε εκει πέρα, και μετά αναστήθηκε! Δεν το διακινδυνεύω…!!!

ο πρωθυπουργος κανει περιοδια

Ο υπουργός του κυβερνώντος κόμματος κάνει περιοδεία. Επισκέπτεται ένα σχολικό συγκρότημα και ακούει τα παράπονα των δασκάλων και των μαθητών :
– Κύριε υπουργέ, δεν έχουμε πετρέλαιο για θέρμανση και έρχεται βαρύς χειμώνας…
– Κύριε υπουργέ, δεν μας χωράνε οι αίθουσες, τα μισά θρανία είναι χαλασμένα, τα περισσότερα τζάμια είναι σπασμένα…
Αφού ακούει διάφορα τέτοια, τους λέει :
– Μήν ανησυχείτε όλ

α θα γίνουν το συντομότερο δυνατόν.
Μπαίνει στην Μερσεντές και πάει στον επόμενο σταθμό, στις τοπικές φυλακές. Ακούει και εκεί πολλά παράπονα.
– Κύριε υπουργέ, θέλουμε καλύτερο φαγητό, περισσότερα κλινοσκεπάσματα, πιο πολύ προσωπικό γιατί δεν επαρκούμε…
– Θα γίνουν όλα όσα ζητάτε, μην ανησυχείτε.
Μπαίνει στην Μερσεντές και καθώς φεύγουν, αρχίζει να δίνει οδηγίες στον γραμματέα του.
– Λοιπόν, Κώστα. Στο σχολείο στείλε ένα συνεργείο να μπαλώσει μερικές τρύπες και να βάλει μερικά τζάμια, αλλά τίποτε άλλο. Μετά στείλε ένα συνεργείο στις φυλακές να φτιάξει: πισίνα, χαμάμ, τζακούζι, σάουνα, αίθουσα για διασκέδαση με 50άρα τηλεόραση, internet cafe, φλίπερ…
Μένει κάγκελο ο γραμματέας.
– Μα κύριε υπουργέ, τί είναι αυτά που λέτε;
Και απαντά ο υπουργός :
– Κοίτα Κωστάκη. Σχολείο πήγαμε και δεν θα ξαναπάμε. Στην φυλακή όμως δεν ξέρεις πότε θα μπούμε… Κατάλαβες;

Σεξ στο αεροπλανο

Ήταν μια φορά και έναν καιρό μια αδερφή που είχε βάλει στο μάτι τον Mήτσο…

Το τι του έταζε άλλο πράμα:

Και έλα καλέ μου και θα σε πάω ταξίδια. Να δεις Mήτσο μου θα πάμε στη Νέα Υόρκη και θα κάνουμε τα ψώνια μας.Στα ώπα ώπα θα σε έχω κτλ

Τέλοσπάντων, με το ένα και με το άλλο μετά από πολύ ψηστήρι, τον πείθει η αδερφή τον Μήτσο και κανονίζουν ταξίδι για Νέα Υόρκη.Μπαίνουν στο αεροπλάνο, καλοτρώνε και μετά καθώς νυχτώνει, έρχεται η γνωστή ώρα που σβήνουν τα φώτα και ανεβαίνουν οι κουβερτούλες για ύπνο.Έλα όμως που την αδερφή την πιάσανε οι κάψες της… και αρχίζει χαμηλόφωνα:

– Έλα Μητσάκο μου σε θέλω εδώ και τώραααααα

-Τι λες μωρή είσαι με τα καλά σου θα μας πάρουνε χαμπάρι, θα γίνουμε ρεζίλι των σκυλιών!

– Αχ υπερβολές χρυσό μου κοίτα να δεις, όλοι κοιμούνται κανείς δεν θα μας πάρει είδηση.Θα στο αποδείξω μάλιστα!

Και αρχίζει η αδερφή να ξεφωνίζει “Ε ΚΑΛΕ ΒΟΗΘΕΙΑ ΒΟΗΘΕΙΑ ΠΝΙΓΟΜΑΙ ΛΊΓΟ ΝΕΡΟ”

Μετά από κανένα τρίλεπτο καμμία ανταπόκριση…

-Είδες που σου τα ‘λεγα!

Και αρχίζουν πάνω στα καθίσματα…έλα μου όμως που εκεί κοντά μετά από λίγο ξύπνησε μια γριά

Λέει η γριά στον άντρα της “Διονυσάκη μου ξεράθηκε το στοματάκι μου θα μου παραγγείλεις λίγη πορτοκαλαδίτσα;”

“Βρε σκάσε μωρή” απαντά ψυθιριστά ο γέρος

“Μα σε παρακαλώ την έχω ανάγκη”

“Βρε σκάσε που σου λέω ο άλλος λίγο νερό ζήτησε και τον γ@μ@νε ένα τέταρτο!!!

Τι είναι ρε ο μπιντές»;

Δύο τύποι κάθονται στο καφενείο της γειτονιάς.

Περνάει ο παπάς κρατώντας τον γοφό του και βογκώντας.

Του λένε, «Πάτερ, έλα να σε κεράσουμε ένα καφεδάκι και να τα πούμε λίγο».

«Ευχαριστώ παιδιά μου αλλά δεν μπορώ, γλίστρησα χθες και χτύπησα στον μπιντέ
και δεν μπορώ να καθίσω, πονάω, μόνο να ξαπλώνω μπορώ» και φεύγει.

Γυρνάει ο ένας στον άλλον και λέει «Τι είναι ρε ο μπιντές»;

«Ξέρω κι εγώ; Σάμπως πήγα ποτέ στην εκκλησία;»

τυφώνες

– Γιατί στους τυφώνες δίνονται γυναικεία ονόματα;
– Γιατί έρχονται θερμοί και υγροί και φεύγουν με σπίτια και αυτοκίνητα..

Ζημιά!

Πώς χαιρετιούνται οι κάτοικοι της Σπιναλόγκας; » Καλησπέρα.. «άρρωστε» .

ο ταξιτζής

Δύο ξανθιές σε ένα ταξί και ρωτάει ο ταξιτζής:

– Πού πάμε κορίτσια;

Και λέει η μία στην άλλη:

– Τί, θα έρθει και αυτός μαζί μας;

η πεθερά

Από τι πέθανε η πεθερά σου;

-Από καταρράκτη…

-Α… την κακομοίρα… Την εγχείρησαν;

-Όχι! Την έσπρωξα…

ο βοσκος και η αρκουδα

Μία δημοσιογράφος αποφασίζει να κάνει µία έρευνα για τα απομακρυσμένα χωριά της Ελλάδας.
Μία µέρα λοιπόν και ενώ ευρίσκεται σε ένα ορεινό δρόμο µένει το αυτοκίνητο της. Κοιτάει γύρω της και ßλέπει έναν ßοσκό, του εξηγεί την κατάσταση και του ζητάει να την σπρώξει, εκείνος την σπρώχνει και το αυτοκίνητο παίρνει µπροστά, αυτή κατεβαίνει αµέσως και δεν ξέρει πως να τον ευχαριστήσει.
– Κάτι µπορείς να κάνεις, λέει ο ßοσκός όλο νόημα και της κλείνει το µάτι.
– Μα τι λες; λέει αυτή δεν γίνονται αυτά τα πράγματα.
Ο ßοσκός επιμένει, αυτή συνεχίζει να αρνείται ώσπου κάποια στιγμή το σκέφτεται πιο ψύχραιμα. ‘Μόνοι µας είμαστε’, λέει από µέσα της, ‘ο ßοσκός είναι παιδαράς, άσε που θα είναι και πιο εμπεριστατωμένη η έρευνά µου.’
Οπότε πάνε πίσω από έναν θάμνο, κάνουν τι κάνουν και κάποια στιγμή σηκώνονται.
– Πω πω, λέει η κυρία όλο έκσταση. Πώς το κάνεις έτσι;!
– Έλα τώρα, λέει ο ßοσκός τινάζοντας τα χώματα από πάνω του, δεν ήταν τίποτα!
– Μα τι λες, λέει η κυρία δεν µου το έχουν κάνει ποτέ έτσι, έλα να σε πάρω µαζί µου στην Αθήνα.
– Δεν έρχομαι, λέει ο ßοσκός, δεν µου αρέσει η Αθήνα, εγώ την έχω καταβρεί εδώ στη φύση µε τα προßατάκια µου.
– Μα τι λες, λέει η κυρία, τώρα που σε ßρήκα δεν σε αφήνω.
– Κοίτα να δεις, λέει ο ßοσκός, αν θέλεις πάρε το αδελφό µου. Αυτουνού του αρέσει η Αθήνα.
– Τον αδελφό σου!!!;;; Και δεν µου λες, ο αδελφός σου το κάνει όπως και εσύ;
– Δεν ξέρω αν το κάνει όπως και εγώ, λέει ο ßοσκός, πάντως πέρυσι πήδηξε µία αρκούδα

και ακόμα µας φέρνει µέλι!

Post Navigation